| ||
... Μια μέρα έτυχε να περνά ο Βενιζέλος μπρος από το λιοτριβείο. Η αγωνία του πως να καταφέρει τους πολεμιστές να παραδώσουν τα ντουφέκια τους, τον είχε ρίξει στους δρόμους του χωριού... Η μυρουδιά από το μύλο που του χτύπησε στη μύτη, τον έκαμε να κόψει το δρόμο του για μια στιγμή... Η ζέστα του άρπαξε στο πρόσωπο, και πίσω από το μύλο, που ‘τονε γύριζε ένα άλογο, ξεχώρισε στο μισόφωτο τρείς άντρες να σπρώχνουν με τα στήθη το λοστό που κατεβάζει την απανώπλακα του στίφτη. Το στάμα, οι σφυρίδες άχνιζε, καθώς το ‘χαν θερμίσει με νερό, το ζουμί κουρνέλιαζε και κυλούσε μες στη γούρνα. Το στροφίδι βογλούσε από το ζόρι που του δίναν.... ... Οι μαζώχτρες κι οι ραβδιστάδες είχανε ξεχυθεί στα λιόφυτα, οι κουβαλητάδες πηγαίναν και φορτώναν τις ελιές και τις φέρνουν στο χωριό. Όσοι αγωνιστές απομένανε στο Θέρισο ακόμα, πιάσανε δουλειά στα λιοτρίβια. Η συντροφιά του Κωνσταντή έκαμε κατοικηριό της ένα σπίτι που το πέτυχε αδειανό, μα δεν παράτησε το μύλο του Λαθούρη.
Ένας από τους δώδεκα συντρόφους ιδροκοπούσε εκεί που πλύναν τις ελιές, ένας άλλος εκεί που τις άλεθαν. Οι αποδέλοιποι παλεύουν το ζυμάρι, δηλαδή, το λιώμα τις ελιές, που το δίπλωναν στις σφυρίδες και το σφίγγανε στους στίφτες.
Εκεί να δεις συνερισιό ποιός να σφίξει καλύτερα το στάμα του, για να του βγάλει και τη στερνή του στάλα!







Αναζήτηση




